Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Πιο χαμηλά Λόλα…

ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΧΥΔΑΙΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ, ΟΙ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ ΚΑΙ Η ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ «ΘΟΔΩΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ» 

Πριν από δύο χρόνια, τέτοιον καιρό το 2010 νομίζω, ο αθλητικός δικαστής είχε καλέσει σε φιλική συνάντηση τους διευθυντές αθλητικών εφημερίδων και σάιτ για να τους ζητήσει να συμβάλουν από τη διακεκριμένη δημοσιογραφική τους θέση στον περιορισμό των παθών στα γήπεδα. Αν θυμάμαι καλά δεν απείλησε, δεν έφερε κανέναν προ των νομικών ευθυνών του, δεν είπε ότι οι ακρότητες έχουν και τα επίχειρά τους. Οι διευθυντές έδειξαν κατανόηση και, ίσως, για ένα διάστημα να υπήρξε αυτοσυγκράτηση. Αλλά ο δημοσιογραφικός πολιτισμός δεν κερδίζεται ούτε με παραινέσεις ούτε με συστάσεις ούτε με απειλές. Χρειάζεται να τον έχεις στα επαγγελματικά σου γονίδια. Αλλά και στο αίμα σου, στο σπίτι σου, στην παιδεία σου – κι όπου παιδεία δεν εννοώ, φυσικά, την εκπαίδευση. Και μετά; +/- Δείτε τη συνέχεια

Μετά ο αθλητικός Τύπος ξαναξέφυγε, έφτασε πολλές φορές στα άκρα, στη βρώμικη γλώσσα, στον φραστικό βόθρο. «Πιο χαμηλά Λόλα, πιο χαμηλά Λόλα, μαζί σου κι άλλο πέφτω χαμηλά» που τραγουδάει και ο Μαραβέγιας. Γιατί τόσο χαμηλά ένα κομμάτι της αθλητικής δημοσιογραφίας; 

** Επειδή έτσι πουλάει ή νομίζει ότι πουλάει.

**  Ή επειδή από την άλλη μεριά τού οχετού που ρίχνει απόβλητα ο δημοσιογράφος, ξερογλείφεται μια μερίδα τού αναγνωστικού κοινού περιμένοντας σταγόνες βοθρολυμάτων για να ξεδιψάσει τον σεξιστικό πρωτογονισμό της.

Το κανιβαλικό πρωτοσέλιδο που είδαμε τη Δευτέρα δεν ήταν το πρώτο. Ήταν ίσως το πιο προχωρημένο τού είδους. Το «Τσάκα την τσαπού» που διαβάσαμε πριν από μερικούς μήνες στην ίδια εφημερίδα μοιάζει με πρελούδιο μπροστά σε αυτό που αντικρίσαμε σήμερα. Κι επειδή όταν συνηθίζεται η ντροπή δεν έχει όρια η αναισχυντία, περιμένουμε ακόμα πιο προχωρημένης «φαντασίας» δημοσιογραφικά εμέσματα.

Το ήθος του Φωτός και του Θόδωρου Νικολαΐδη 

Σήμερα το πρωί η συνάδελφος Χριστίνα Αμερικάνου ανέβασε στο facebook τo κολάζ των δυο πρωτοσέλιδων που βλέπετε στην τρίτη φωτογραφία αυτού του θέματος, γράφοντας: «Γι αυτό το ΦΩΣ είναι ιστορία... και χαίρομαι που αυτήν την εφημερίδα είχα μέσα στο σπίτι μου από παιδί! Ολυμπιακοκρατούμενη μεν, αλλά χωρίς καφρίλες».

Ένιωσα την ανάγκη (πριν από αυτό το βραδινό άρθρο) να συμπληρώσω άμεσα εκείνο το σχόλιο και έγραψα στην ανάρτηση της Χριστίνας τα εξής για το Φως και τον Θ. Νικολαΐδη, που σήμερα φαντάζει ως μια πατριαρχική μορφή της δημοσιογραφίας και μια «ξεχωριστή περίπτωση» του αθλητικού Τύπου, αφού άντεξε σαν φράγμα με βαθιά θεμέλια στον ανταγωνισμό τού κατακλυσμιαίου χυδαίου οπαδισμού:

«Το Φως υπακούει στα δημοσιογραφικά ήθη μιας άλλης εποχής. Γιατί το οδηγεί ακόμα ένας ΜΕΓΑΛΟΣ της αθλητικής δημοσιογραφίας. Αυτά τα ήθη τσαλαπατήθηκαν από γουρουνόπαιδες που μπήκαν στο επάγγελμα πουλώντας καφρίλα και οπαδιλίκι τυλιγμένο με φουρνέλα. Ο Νικολαΐδης, με τόσους εισβολείς χυδαιότητας στα χωράφια του (ολυμπιακό αναγνωστικό κοινό), κατάφερε να κρατήσει ένα επίπεδο. Όχι το υψηλότερο, αλλά υψηλό για τα μέτρα των εμπορικών στόχων που έχει μια εφημερίδα. Θα έπρεπε μέσα σε ένα τόσο έντονα ανταγωνιστικό τοπίο να κάνει κι αυτός ορισμένες εκπτώσεις στην έκφρασή του. Ποτέ όμως δεν πλησίασε τα όρια της δημοσιογραφικής αλητείας. Τα οποία άλλοι τα ξέσκισαν. Και καλπάζουν για να παραβιάσουν ακόμα πιο μακρινά σύνορα. Είναι ο μόνος τρόπος για να επιβιώσουν: τρέχοντας έφιπποι με τη φοράδα «Καφρίλα» στους πιο τοξικούς βούρκους. (Μην ξεχνάμε ότι πριν μερικά χρόνια «άγνωστοι» μπήκαν στα γραφεία του Φωτός στην Καβάλας με λοστάρια, και τα έσπασαν. Πάντως, δεν ήταν Παναθηναϊκοί, ΑΕΚτζήδες ή… ΠΑΟΚτσήδες)»