Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

Ιστορίες μπομπινοφώνου

Στις γραμμές που ακολουθούν υπάρχει ο πρόλογος και ένα διήγημα από μια συλλογή αφηγήσεων με τους ίδιους – σε όλες τις αφηγήσεις – κεντρικούς ήρωες. Είναι διηγήματα που βρίσκονται από καιρό «στο συρτάρι» με τον προσωρινό γενικό τίτλου «Ιστορίες Πομπινοφώνου». Ένας πιτσιρίκος μιλάει (στην δεκαετία του ΄60) από τα 6 ως τα 16 του χρόνια, μπροστά στο παλιό μαγνητόφωνο, για απλές καταστάσεις, πρόσωπα, συνήθειες μιας εποχής που υπάρχει ακόμα στις αναμνήσεις κάποιων ανθρώπων. Και σήμερα πια, όσα πάρλαρε τότε μπροστά στο μικρόφωνο, τα απομαγνητοφωνεί από την μπομπίνα που είχε... διωχθεί ανελέητα εκείνη την εποχή, αλλά και έχει διασωθεί ως τις μέρες μας με έναν παράδοξο τρόπο: μέσα από μια κατεδάφιση. Επιλέξαμε την ιστορία «Το ψαλίδι του Λίνου», επειδή η αναφορά στον Κώστα Λινοξυλάκη δίνει στην αφήγηση και κάποιο αθλητικό χρώμα, χωρίς να είναι αυτός ο στόχος και το θέμα.

+/- Δείτε περισσότερα


Κάτι σαν πρόλογος


Η γνωριμία της γιαγιάς με το μαγνητόφωνο, εκείνο το παγωμένο φλεβαριάτικο βράδυ του 1965, ήταν τραυματική. Ο ξάδερφός μου, ναυτικός και δεινός γκατζετάκιας της εποχής, είχε φέρει σπίτι μας το καινούργιο του απόκτημα: ένα μπομπινόφωνο Γκρούτιχ («Γκρούτικ» το λέγαμε τότε), διπλής εγγραφής, τσίλικο και αλλόκοτο μαζί.

Ο ξάδερφος αρχικά δεν μας είπε τι ήταν αυτό που αργότερα ο γιαγιά θα το αποκαλούσε «κουτί του διαβόλου». Κι ούτε μπορούσαμε να διανοηθούμε πως εκείνο το τετράγωνο πράμα, με τις δυο ροδέλες και την κορδέλα τυλιγμένη πάνω τους, έκανε κάτι φανταστικό: φυλάκιζε ήχους, φωνές, ανάσες, σιωπές και ψιθύρους. Ακούσαμε τη λαλιά μας και μείναμε άλαλοι! Και μαζί ακούσαμε τον ήχο τής καρέκλας που είχε συρθεί, το νιαούρισμα της γάτας, το καπάκι τής σόμπας που κάποιος το άνοιξε για να ρίξει ξύλα, μη ξέροντας ότι όλη αυτή η απλή ηχητική ασημαντότητα πάγωνε στην επιφάνεια της περίεργης κορδέλας και σε λίγο θα τα ακούγαμε αυτούσια, ξανά και ξανά – όσες φορές θέλαμε.

Όλοι, λοιπόν, μείναμε άφωνοι από το απίστευτο θάμα. Σιωπή απλώθηκε σαν κουρτίνα στο δωμάτιο και πάνω της κρεμάστηκαν θαυμαστικά, ερωτηματικά και τελίτσες αποσιωπητικών. Ξαφνικά η σιωπή έγινε κομμάτια και θρύψαλα από το βαρύ πέσιμο της γιαγιάς που λιποθύμησε ακούγοντας εκείνο «το μηχάνημα του εξαποδώ».

Με τη λιποθυμία και την αδυσώπητη προσγείωση στο πάτωμα, η γιαγιά ‘κονομήσε ένα σπασμένο βραχίονα και μαζί μια βαθιά απέχθεια για το μαγνητόφωνο που έμελλε να ριζώσει σπίτι μας. Ο ξάδερφος, παιδί της επαρχίας που τον φιλοξενούσαμε για λίγες μέρες όποτε επέστρεφε από τις θάλασσες, μας άφησε το μπομπινόφωνο για να το πάρει την επόμενη φορά που θα ξεμπάρκαρε, αλλά δεν το ξαναζήτησε από τότε. Αγόρασε άλλο, καλύτερο, πιο ικανό να ταριχεύει λέξεις, ομιλίες, ανάσες, σιωπές και ψιθύρους.

Το μπομπινόφωνο έγινε τα επόμενα χρόνια για τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου πεδίο μουσικών επιδόσεων με σουξέ τής εποχής. «Να ‘ταν η θάλασσα μελάνιιιιι/ να ΄ταν και ουρανός χαρτίιιιι/ πάλι δεν χώραγε να γραψωωωωω/ τι πέρασα τη νύχτα αυτήηηη./ Γιατίιιιιι με πρόδωσες, γιατίιιιιιι;» τραγουδούσαν, και η γιαγιά, που οραματιζόταν τα εγγόνια της με ένα σχολικό βιβλίο συνεχώς στο χέρι, διαολιζόταν.

- «Αυτά σας λείπανε. Τραγουδιστάδες, αυτό είσαστε! Τι θα γίνετε άμα μεγαλώσετε; Περπινιάδηδες και Ζαγοραίοι; Αχ καημένα μου! Τότε θα καταλάβετε τι κάνατε και θα λέτε ‘‘καλά τα ‘λεγε η συχωρεμένη η γιαγιά. Σκατά στον τάφο της!’’, αυτό θα λέτε».

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η οργή τη γιαγιάς και οι αλάνθαστες κρίσεις της – αλάνθαστες πίστευε ότι είναι –, κατέληγαν στην ίδια επωδό: «Σκατά στον τάφο της θα λέτε». Ούτε κατάλαβα ούτε το έψαξα. Άλλωστε εγώ δεν είχα έφεση στα λαϊκά άσματα της πιο μουσικής 10ετίας του αιώνα. Εμένα μου άρεσε να μιλάω στο μαγνητόφωνο για την καθημερινή μας ζωή.

Γιατί; Γιατί έτσι! Ίσως γιατί στην κανονική ζωή μιλούσα λίγο. Ή, ίσως, γιατί νόμιζα (και μάλλον δεν έκανα λάθος) πως όταν μιλούσα κανείς δεν με άκουγε, αντίθετα με το μαγνητόφωνο που κρεμόταν απ΄ τα χείλη μου!

Οι αδερφοί μου γέμιζαν την μπομπίνα με τραγούδια κι εγώ με αδιάκοπη λογοδιάρροια. Αλλά αυτό τους εκνεύριζε. «Μπούρδες! Λες μπούρδες και χαλάς την ταινία. Να αγοράσεις μια μπομπίνα δικιά σου και να λες ό,τι θέλεις», με πρόσταξαν. Κι ευτυχώς που η μάνα (πάντα καλή η μάνα!), μου αγόρασε μια μπομπίνα καταδική μου, κάτω από την γκρίνια της γιαγιάς βέβαια. Μια γκρίνια-ψιλή βροχή: «Δεν κοιτάει να ανοίξει κάνα βιβλίο, να παιδέψει κάνα τετράδιο, να παιδευτεί και το μυαλό του. Το μπλα μπλα στο κουτί του εξαποδώ τον μάραινε»!

Μην λέω πολλά και σας κουράζω. Εκείνη η μπομπίνα χάθηκε μετά από 2-3 χρόνια μυστηριωδώς, αντικαταστάθηκε από νέα (φυσικά με απόφαση της μάνας και με γκρίνια της γιαγιάς), για να χαθεί κι αυτή στην εφηβεία μου, επίσης μυστηριωδώς.

Το μυστήριο λύθηκε, χρόνια μετά, από την κυρία Αντιπαροχή που επισκέφθηκε κι εμάς, αυτοπροσώπως, στο φτωχικό που μέναμε με νοίκι! Ήταν μια από τις τελευταίες μονοκατοικίες της πόλης που παραδόθηκε για σφαγή στον εργολάβο. Είχε αντισταθεί με σθένος μερικές 10ετίες, χάρη σε ένα οικογενειακό μπλέξιμο των κληρονόμων που δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους. Αλλά τελικά η αντίσταση κάμφθηκε και η μονοκατοικία έπεσε. Προηγουμένως το σπίτι άδειασε από ψυχές και άψυχα. Έμεινε κενή και η παλιά αποθήκη με αντίκες, χράμια, κουρελούδες, παλιοπράματα και κούτες. Άνοιξε εκεί, στην αποθήκη, κι ένα παλιό δρύινο μπαούλο της γιαγιάς, φτιαγμένο από χέρι μαγκιόρου τεχνίτη στις αρχές του αιώνα και – ω του θαύματος – στα βάθος του, τυλιγμένες με χοντρά μάλλινα υφάσματα (που τις προστάτευσαν από το χρόνο και την υγρασία) ήταν οι αμαρτωλές εξαφανισμένες μπομπίνες μου. Η γιαγιά τις είχε κρύψει, αλλά δεν τις είχε καταστρέψει. Ηθελημένα, άραγε, για να μη χαθούν και καταστραφούν στην καθημερινότητα; Αθέλητα, μήπως, πιστεύοντας ότι κανείς, ποτέ, δεν θα τις εύρισκε εκεί κάτω; Δεν το ξέρω, πήρε το μυστικό στο τάφο, μαζί με τον επιτηδευμένα δύστροπο χαρακτήρας της. Γιατί, κατά βάθος, η γιαγιά ήταν μια τρυφερή ψυχή – και πάντα θα λέω «τριαντάφυλλα και μύρα στον τάφος της» (όχι και... σκατά, γιαγιούλα!)

Έτσι, άκουσα μετά από δεκαετίες όλα όσα πάρλαρα παιδί στη μαγνητική κορδέλα. Όμως, ήταν σαν ειπωμένα από κάποιον άλλον – όχι από μένα. Λόγια και σκέψεις που έρεαν σαν τα παλιά ρυάκια – τις αμπολές – του ήσυχου προαστίου μας. Η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, η μια σκέψη την επόμενη. Όπως τραβάς ένα κεράσι από το καλάθι και μαζί του ανεβαίνουν δυο-τρία ζευγάρια κερασιών ακόμα. Γι’ αυτό η σκέψη έφευγε σε άλλα ρυάκια, διακλαδιζόταν, άνοιγε νέα θέματα, έδινε πληροφορίες για πράγματα, συνήθειες, πρόσωπα της εποχής, και μετά ξαναρχόταν στο βασικό ρυάκι για να συνεχίσει την παρλάτα

Δεν προσπάθησα να βάλω αναχώματα στα ρυάκια για να αλλάξω ή να περιορίσω τη ροή τής αφήγησης ούτε να ξεμπλέξω τα μπερδεμένα κεράσια. Άρχισα το 2009 να απομαγνητοφωνώ, χωρίς καμιά αλλαγή, τα λόγια τού μικρού Πέτρου, εμένα δηλαδή – ή κάτι σαν εμένα –, και σήμερα σας τα παραδίδω σε κοινή θέαση, με τη γεύση της σκόνης από την αποθήκη πάνω στις λέξεις τους. Δεν δημοσιοποιώ όλα τα αυθόρμητα αφηγήματά του Πετράκη. Ξεδιάλεξα δεκαπέντε από αυτά, με χρονική σειρά και, κάποιες φορές, με μεγάλα χρονικά άλματα ανάμεσά τους. Τα πάρλαρε από τότε που ήταν 6 χρονών, ώσπου έφτασε στα 16 που έκλεισε τις αφηγήσεις (άλλωστε είχαν αραιώσει πια) με μια παρλάτα ποτισμένη με την απογοήτευση που ανάβλυζε από τα ερείπια της χουντικής εποχής και το θολό, γεμάτο ομίχλη μέλλον των νέων της δεκαετίας του ΄60 και του ΄70.

Δείξτε μεγαλοθυμία, κατανόηση και υπομονή για να αντέξετε τα αφηγήματα του Πετράκη! Μικρό παιδί είναι που μιλάει για πολύ μικρά, ασήμαντα σήμερα, πράγματα μιας νοσταλγικής εποχής.


Για την απομαγνητοφώνηση
Δ.Β.

Το ψαλίδι του Λίνου και ο μπαρμπέρης Κώστας

Ο πατέρας λέει πως θα πάμε στον κουρέα. Το Σάββατο θα πάμε. Το Σάββατο το βράδυ «θα πεταχτούμε σ’ του Κώστα του Αλιφραγκή». Ο κυρ Κώστας είναι ο πιο καθαρός άνθρωπος στον κόσμο. Τι λέω στον κόσμο; Σε όλον τον κόσμο είναι πιο καθαρός. «Κοίτα να μη σε πάρει η νύχτα πάλι», λέει η μαμά στον πατέρα. «Να σκολάσεις νωρίς για να προλάβεις τον μπαρμπέρη, μην τον βρεις κλειστό». Θα πάμε στον κουρέα ή στον μπαρμπέρη; Αυτοί με μπερδεύουν μωρέ. «Μώρα και κασίδα», μου φωνάζουν όταν λέω «μωρέ». Δεν θυμάμαι ποιος μου το φωνάζει. Όλοι. Μπορεί και όλοι. Η γιαγιά Ματίνα, η θεία Αθανασία, η θεια Κατερίνα, η θεία Ποθητή. Μόνο ο παππούς Κώστας δεν μου φωνάζει «μώρα και κασίδα» όταν λέω «μωρέ». Γελάει μόνο. «Α, ρε μπαγάσα, α ρε μπαγάσα». Το λέει πολλές φορές ο παππούς Κώστας αυτό. Και κουνάει το κεφάλι, να έτσι: μια πίσω, μια μπροστά, μια μπροστά μια πίσω.
Ούτε η θεία η Αλέκα μου λέει «μώρα και κασίδα». Ούτε η κυρία Κική, στο σπίτι δίπλα από το σπίτι μας. Είναι καλή γυναίκα αυτή. Μου δίνει και γλυκό στο πιατάκι. Γλυκό κουταλιού το λένε. Σταφυλάκι είναι. Έχει και σάλτσα. Γλυκιά σάλτσα, πετιμέζι!

«Και αν σε κρατήσουν πάλι στη δουλειά ως τις οκτώ πότε θα πάτε στον μπαρμπέρη;»μουρμουράει η μαμά. Έτσι είναι η μάνα. «Μουρμούρα» τη λέει ο πατέρας. Και καμιά φορά τής λέει «γλυκιά μου μουρμούρα», και την κοιτάει στα μάτια με τα μάτια του. Σαν καραμελίτσες είναι τότε τα μάτια του. Γλυκά που είναι! Και κάτι άλλο της λέει άμα νευριάζει, που δεν νευριάζει δηλαδή. «Μπούρου» τής λέει, αλλά πολλές φορές. «Άσε το μπούρου, μπούρου, μπούρου, βρε γυναίκα». Και κάτι άλλο λέει ο πατέρας. «Χριστέ μου ο Ιακώβ είμαι και σε αντέχω;» λέει σιγανά. Αλλά γελάει, σαν αστεία να το λέει, όχι τσαντισμένος. Πάντα γελάει ο πατέρας. Δεν ξέρω αν το λέει ακριβώς έτσι. Σαν άλλο όνομα λέει – όχι Ιακώβ. Νομίζω Ιώβ λέει. «Χριστέ μου Ιώβ είμαι και σε αντέχω;». Μέσα από τα δόντια του το λέει και μετά λέει της μαμάς. «Θα προλάβουμε, δεν κλείνει ο μπαρμπέρης το Σάββατο».

Ο κυρ Κώστας ποτέ δεν κλείνει. Μπορεί και όλη τη νύχτα να είναι εκεί. Έτσι μου φαίνεται. Μπορεί και μέχρι τις 11, όλη τη νύχτα δηλαδή. Τότε τελειώνει η νύχτα. Στις 10, στις 11, άντε στις 12. Μετά, όταν κοιμόμαστε, έχει φύγει η νύχτα. Σα να έχει φύγει δηλαδή. Τραβάει όμως την κουρτίνα στα τζάμια ο κυρ Κώστας και χαμηλώνει το φως. «Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο χωροφύλακας». Έτσι λέει. «Τζόρα» λέει τον χωροφύλακα.«Είναι οχτώμισι, κάτσε να τραβήξω την κουρτίνα μην έρθει ο τζόρας».

Δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος χωροφύλακας που θέλει να φωνάξει η θεία Αθανασία όταν δεν τρώω. Αλλά εγώ τρώω όταν ακούω για τον χωροφύλακα. Τον φοβάμαι. Όλοι τον φοβούνται. Τον φοβούνται και οι μεγάλοι που τους φοβόμαστε εμείς. Εγώ φοβάμαι το μουστάκι του πιο πολύ. Μην αρχίσει ξαφνικά και στάζει αίμα. Γιατί πρέπει να τρώει αίμα ο χωροφύλακας.«Έχουν φάει αυτοί κουμμουνιστές, ουουου», έχω ακούσει τον κυρ Μανώλη. Ο κυρ Μανώλης είναι Κουκουές. Δεν τη λέω δυνατά αυτή τη λέξη. «Είναι Κουκουές χωρίς μυαλό», λέει ο θείος Πάτροκλος, αλλά το λέει σιγά σιγά. Πολύ σιγά το λέει. Όσο σιγά λέω το μάθημα στη δασκάλα.«Δεν έφαγες το πρωί παιδάκι μου, μίλα πιο δυνατά», μου λέει εκείνη και τρίβει στα χέρια της τη βίτσα. Μανουλίτσα μου πώς πονάει! Η βίτσα πονάει τη χούφτα μου. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ! Στη χούφτα με δέρνει η δασκάλα και στην καρδούλα μου πονάω. Τρέχει, τρέχει, τρέχει ο πόνος, χοροπηδάει στο στομαχάκι μου, μετά πάει στον ποπό μου, στο αντεράκι μου πάει, και μετά δαγκώνει την καρδούλα μου. Σα βατραχάκι πηδάει μέσα μου ο πόνος. Αλλά και τα άλλα παιδιά πονάνε. Τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ, τσιζ στα χεράκια τους και αυτά σηκώνουν σε κάθε τσιζ το ποδαράκι. Λίγο το σηκώνουν, σαν να φεύγει από εκεί ο πόνος άμα είναι σηκωμένο το ποδαράκι. Από τις μύτες των παπουτσιών που είναι κομμένες πρέπει να φεύγει.

Πόσο μου αρέσουν τα κομμένα παπούτσια. «Μεγάλωσε ο γαϊδαράκος μίκρυνε το σαμαράκι»,λέει η μαμά και παίρνει το χοντρό ψαλίδι. «Να χωρέσει το πόδι σου και να πάρει αέρα τώρα που μεγάλωσες και που έρχεται καλοκαίρι», λέει και κόβει τις μύτες. Εμένα δεν παίρνει αέρα το παπούτσι. Σκόνη παίρνει. Γιατί κλωτσάω με τις κομμένες μύτες. Πέτρες κλωτσάω. Την μπάλα από τα πανιά κλωτσάω. Ό,τι βρω! Μου αρέσει η μπάλα. Θέλω να γίνω Λινοξυλάκης. Μανουλίτσα μου ας γίνω Λινοξυλάκης όταν μεγαλώσω. «Ψηλός, όμορφος σαν κυπαρίσσι είναι ο άτιμος», λέει ο πατέρας που έχει και μια φωτογραφία τού Λινοξυλάκη στο σερβάν, στη σάλα που είναι όλο κλειστή. Δεν μας αφήνει η μάνα να πάμε στη σάλα.

Μόνο όταν έρχονται ξένοι μπαίνουμε μέσα στη σάλα. Κάτι μυρίζει εκεί μέσα. Όμορφα μυρίζει. Δεν ξέρω τι, αλλά όμορφα. «Λεβάντα βάζεις Ελένη μου;» έχω ακούσει να ρωτάει η κυρά Κική τη μαμά. Τη λέει πολύ καθαρή. «Αχ εσένα, το Τριλ και το μπράσο θα σε φάνε. Τρίψε τρίψε θα τα λειώσεις», της λέει η κυρά Κική που έρχεται πάντα από την πίσω πόρτα, κατευθείαν στο κουζινάκι, «μη σου λερώσω το διάδρομο μπροστά, Ελένη μου. Τα χεράκια σου λυπάμαι».

Εκεί στη σάλα είναι ο Λινοξυλάκης. Στη φωτογραφία είναι, όχι στα ζωντανά. Μανουλίτσα μου στον αέρα πετάει ο Λινοξυλάκης, μπροστά στα δίχτυα, ανάποδα. Κάνει ανάποδο ψαλίδι. Έτσι το λένε στην μπάλα: ψαλίδι! Όχι το ψαλίδι του ράφτη αλλά ψαλίδι των ποδιών. Ανοιγοκλείνουν τα πόδια και – χραπ! – κόβουν στη μέση τον αέρα και χτυπάνε δυνατά την μπάλα. Η μπάλα είναι στην άκρη του παπουτσιού του, που δεν έχει κομμένες μύτες. Η μπάλα και το πόδι του είναι πιο ψηλά από τον κόσμο που είναι στο γήπεδο. Και μακριά, πολύυυυυ μακριά φαίνεται ο ουρανός. «Το καλύτερο ψαλίδι όλων των εποχών», λέει ο πατέρας. Έτσι ακριβώς το λέει. Ου, το έχω ακούσει πολλές φορές. Χιλιάδες, χιλιάδων, χείλια δες. Έτσι το λέμε όταν παίζουμε. «Χιλιάδες, χιλιάδων, χείλια δες». Για τα φιλιά το λέμε και γελάμε. Για τα φιλιά που μπορούμε να δώσουμε χιλιάαααδες στα κορίτσια άμα μεγαλώσουμε. Μια φορά ο θείος Πάτροκλος, που είναι από τον Πειραιά, είπε του πατέρα για το ανάποδο ψαλίδι «τι λες μωρέ Αυγέρη, ράφτης είναι Λινοξυλάκης;» και γέλασε με το χρυσό του δόντι.

«Κόσμημα!» Έτσι λέει η μαμά για τον αδερφό της. Τον θαυμάζει τον αδερφό της η μάνα. «Όλα ωραία είναι πάνω του, αλλά χαμένος θα πάει». Έτσι λέει. «Χαμένος». Αλλά όχι όπως το λέει ο Ορέστης Μακρής, «άντε χάσου χαμένε!» Για τον θείο η μάνα το λέει με την καρδιά της.«Χαμένος θα πάει». Και η θεία Αθανασία, η άλλη αδερφή του θείου Πάτροκλου, λέει «αυτός έπρεπε να είχε γεννηθεί στα Παρίσια, όχι στα Καμίνια». Ο πατέρας δεν θυμώνει που τον πειράζει ο θείος Πάτροκλος. Θαυμάζει τον Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Λίνο», τον λέει. «Ο Λίνος μας»! Η μπάλα πήγαινε γκολ και το έσωσε με το ψαλίδι. Η Εθνική Ελλάδας έπαιζε με μια ομάδα, έτσι λέει. Με τους Μαγυάρους έπαιζε; Δεν ξέρω, δεν θυμάμαι πώς το λέει. Με τους Ρουμάνους έπαιζε; Τους Ισπανούς; Δεν θυμάμαι πώς το λέει. Αλλά θαυμάζει το ψαλίδι τού Λινοξυλάκη ο πατέρας. «Θα πήγαινε γκολ. Ο Τσανακτσής είχε πέσει κάτω», να δεις πώς το λέει, «εκτός θέσεως ήταν ο τερματοφύλακας και η μπάλα πήγαινε βολίδα στα δίχτυα. Τότε απογειώνεται ο Λίνος, σαν αετός πέταξε, και φραπ, έδιωξε την μπάλα με ανάποδο ψαλίδι».

Απογειώνεται! Δεν ήξερα τι πάει να πει αλλά τώρα το έχω μάθει απέξω. Ό,τι ακούω το μαθαίνω απέξω. «Έχει αυτός ένα μυαλό σφουγγάρι, πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, Κική», της είπε μια φορά η μάνα. Ψιθυριστά το είπε. Όπως λέω το μάθημα στη δασκάλα, την κουτσή. Γι αυτό όταν βαράει με τη βέργα σηκώνει το ποδάρι. Το σηκώνει και κρέμεται. Η δασκάλα δεν μας αφήνει να παίζουμε τόπι στο διάλειμμα. «Άντε μη μισερέψετε και εσείς», λέει και χτυπάει στον αέρα τη βίτσα. Είναι πάντα πολύ θυμωμένη η κυρία Κλειώ. Πολύ. Γελούσε μόνο μια φορά. Μόνο όταν ήρθε ο επιθεωρητής. Γελούσε και ήταν όλη την ώρα κοντά του. Κούτσα κούτσα πήγαινε, αλλά κοντά του. «Μάλιστα κύριε επιθεωρητά, εδιδάχθημεν πρόσθεσιν και αφαίρεσιν». Το θυμάμαι αυτό καλά. «Εδιδάχθημεν». Κάτι αστείο πάει να πει γιατί η δασκάλα μας γελούσε όταν το έλεγε. Δεν γελούσε δηλαδή δυνατά, έτσι χα χα χα χα. Γελούσε λίγο. Γελούσε και έτρεμε. Έτσι νομίζω. Έτρεμε το ποδαράκι της που κρεμόταν πού και πού. Νομίζω πως όταν κουραζόταν όρθια, το κρεμούσε. Γι αυτό δεν μας άφηνε να παίξουμε μπάλα. Για να μην κρέμεται το ποδαράκι μας και εμάς. Φαίνεται πως με την μπάλα παθαίνεις πολιομυελίτιδα. Μπορεί να έπαιζε τα μήλα η κυρία Κλειώ. Μπάλα θέλουν και αυτά.

Ένα σωρό παιδιά έχουν πάθει πολιομυελίτιδα. Απ την μπάλα μάλλον την έχουν πάθει. Αλλά και τα μωρά από την μπάλα; Η θεία η Ποθητή, που είναι και αυτή από τον Πειραιά, μου το ’λεγε πως είναι άσχημο πράγμα να παίζεις μπάλα. «Τρεις φορές έσπασε το πόδι του ο Υφαντής. Τρεις»! Έτσι μου ’χει πει, αλλά σιγά το πράγμα! Εγώ το έχω στραμπουλίσει δέκα. Μπορεί και δεκαπέντε. Σιγά το πράμα. Μου το έδενε η μάνα με ένα πανί κι ένα κρεμμύδι, σφιχτά σφιχτά και έγειανε.

Η μάνα με είχε λούσει από το μεσημέρι. Στη σκάφη με έλουσε. Στο κουζινάκι. Εκεί κάνουμε μπάνιο όλοι. Κάθε Σάββατο κάνουμε. Και ο Τάσος έκανε. Ο Τάσος που φωνάζει όλη την ώρα«Καθαρός είμαι μάνα, πάλι μπάνιο;» Αλλά η μάνα δεν τον αφήνει. Ζεσταίνει νερό στην γκαζιέρα, στη μεγάααααλη κατσαρόλα. Και βάζει μια άλλη κατσαρόλα δίπλα που δεν έχει ζεστό νερό. Παίρνει την κανάτα, παίρνει νερό από τη μια, παίρνει από την άλλη και μου ρίχνει μια στάλα στο κεφάλι. «Καίει;» με ρωτάει. Πάντα ρωτάει, αλλά μετά γίνεται πιο παγωμένο γιατί βάζει νερό από την άλλη κατσαρόλα, που δεν αχνίζει. Όταν τελείωσα μου έβαλε και λίγο κολόνια λεμόνι στα μάγουλα και στο λαιμό. Εκείνη όταν βάζει άρωμα – άρωμα λέει είναι, όχι κολόνια – το βάζει πίσω από τα αυτιά της. Με το δάχτυλο το βάζει. Τι ωραία που γίνεται τότε. Ωραία είναι η μάνα. Και καλή. Όταν βάζει τα καλά της και όταν βάζει άρωμα γίνεται ωραιότερη. «Ωραία Ελένη», τη λέει τότε ο πατέρας. «Ωραία Ελένη μου», λέει και δεν ξέρω πώς, αλλά την κοιτάει περίεργα. Πάλι τα ματιά του είναι σαν καραμελίτσες. Όχι όπως τότε που τη λέει «μουρμούρα».

Το βράδυ ο πατέρας δεν άργησε πολύ. Άργησε δηλαδή λίγο γιατί η μάνα τού είπε «τρεχάτε να προλάβετε μην κλείσει ο κουρέας και σας αφήσει απέξω και έχει γίνει σαν παπάς το παιδί».Δεν μας άφησε απέξω. Ανοικτά ήταν. «Καθίστε, έχω δυο κεφάλια, ένα σβέρκο και δυο ξυρίσματα», είπε ο κυρ Κώστας στον πατέρα και τράβηξε την κουρτίνα. Νομίζω πως κλείδωσε κιόλας. «Οχτώμισι πήγε, κάτσε να κλείσω μην έρθει ο τζόρας και μας γράψει», είπε. «Όλη την ώρα με κυνηγάει ο Αντωνάρας, ο άθλιος. Όρκο έχει κάνει να με κυνηγάει. Τι άνθρωπος!»Έτσι είπε ο κυρ-Κώστας. Αντωνάρα είπε τον χωροφύλακα, το κατάλαβα. Αντωνάρας! Και ο πατέρας είπε στον κυρ Κώστα «κούρεμα στον μικρό και ένα καθάρισμα σβέρκου σε εμένα». Έτσι κάνει ο πατέρας. Ένα Σάββατο κουρεύει το κεφάλι και άλλο Σάββατο κουρεύει το σβέρκο. Ο κυρ Κώστας φοράει άσπρη μπλούζα μακριά. Ίδια φοράει και ο γιατρός στο ΙΚΑ. Αλλά δεν είναι τόσο άσπρη του γιατρού. Του κυρ Κώστα πιο άσπρη δεν έχω ξαναδεί. Και τα χέρια του, άμα σου σπρώχνουν το κεφάλι και στο στρίβουν αργά αργά, για να σκύψεις, είναι σαν μπαμπάκι. Τι λέω σαν μπαμπάκι; Σα βελούδο είναι. Και πόσο όμορφα μυρίζουν. Όλα τα αρώματα του κήπου μας πάνω τους είναι. Η μάνα φτιάχνει τον κήπο. Μόνο η μάνα. Έχει πολλά λουλούδια εκεί. «Λουλούδι μου, σαν και εσένα είναι ο κήπος σου», της λέει ο πατέρας και τα μάτια του γίνονται και τότε σαν καραμελίτσες. Μόνο ο θείος Πάτροκλος γελάει με τον κήπο μας. Δεν γελάει άσχημα, καλά γελάει. Γελάει επειδή ο κήπος είναι μικρός, τοσοδούλης. Τοσοδούλα είναι και η αυλή μας. «Απορώ πώς χωράει το σπίτι σε αυτή την αυλίτσα», λέει ο θείος Πάτροκλος. Και κάτι άλλο λέει: «Κήπος ή γλάστρα είναι τούτος, Ελένη;» λέει στη μαμά και γελάει. «Καλαμπουρτζή» τον λέει η μαμά και γελάει και εκείνη.

Ο κυρ Κώστας μού έβαλε τη μεγάλη άσπρη πετσέτα. Πολύ μεγάλη είναι, σα σεντόνι. Στο λαιμό την έδεσε και κρεμόταν ως τα πόδια. Αλλά και πιο κάτω από τα πόδια. Ό,τι ήθελα έκανα κάτω από την πετσέτα. Και μου άρεσε. Επειδή δεν έβλεπε κανείς μου άρεσε. Ο κυρ Κώστας δεν είναι μεγάλος ούτε μικρός. Είναι τέσσερις δέκα. Δηλαδή τέσσερις επί δέκα σαράντα. Τόσο είναι, το έχω ακούσει. Και έχει δυο μεγάλες πετσέτες ο κυρ Κώστας. Τη μια την τινάζει ο πιτσιρίκος και την άλλη τη βάζει στους ανθρώπους που κουρεύονται. Όμορφο πράγμα να είσαι πιτσιρίκος στον κουρέα. Κάνεις έτσι, έτσι, έτσι με τη βούρτσα στα ρούχα των κουρεμένων. Όλο εικοσάρες μαζεύεις. Πρέπει να κάθεται πλάι στον κουρέα και να βλέπει για να μαθαίνει, για να γίνει και αυτός κουρέας μια μέρα. Όρθιος βλέπει. Αλλά δεν κάθεται πάντα. Έρχεται κοντά μου που περιμένω και μιλάμε. Παίζουμε καμιά φορά. Στα κρυφά παίζουμε αυτοκινητάκια. Δεν έχουμε αυτοκινητάκια αλλά κάνουμε πως έχουμε και τα οδηγάμε. «Βζζζζζιιιιιινννν, βγήκα πρώτος», και όλο στρίβουμε το τιμόνι.

Κάτω από την πετσέτα τού κουρέα κάνω ό,τι θέλω. Ας πούμε μουντζώνω! Όπου να ’ναι μουντζώνω, αλλά δεν ξέρω πού. Κανέναν δεν μουντζώνω. Έτσι στην τύχη μουντζώνω γιατί η μαμά δεν με αφήνει να κάνω άσκημα πράγματα και εγώ μουντζώνω κάτω από την πετσέτα για να βγάλω το άχτι μου. Και κάνω και άλλα κάτω από την πετσέτα. Βάζω το κοντό δάχτυλο, αυτό το χοντρό, πάνω στο διπλανό του και κάνω κωλοδάχτυλο κάτω από την πετσέτα.

Ο Κάρολος μου το έχει μάθει αυτό το κόλπο. Το κωλοδάχτυλο δηλαδή το έμαθα από το Κάρολο. «Άμα σε πειράζουν, να κάνεις έτσι τα δάχτυλα σου και να τους το κουνάς κοντά τους, όσο πιο κοντά, στη μούρη τους μπροστά να το κουνάς», μου είχε πει ο Κάρολος. Ο Κάρολος όλη την ώρα τσακώνεται. Τον δέρνουν αλλά και δέρνει κιόλας. Έχει δύναμη ο Κάρολος και τσαντίζεται συνέχεια. Και όλη την ώρα κωλοδάχτυλο τους κάνει. Μέσα στη μούρη τούς το κάνει. Μέσα στα μάτια τους. Αλλά εγώ μόνο κάτω από την άσπρη πετσέτα το κάνω. Γιατί δεν πρέπει να το κάνω μπροστά στους άλλους. Ντροπή είναι. Κακό πράμα.
Ο κυρ Κώστας κούρεψε τους σβέρκους, κούρεψε τα κεφάλια, κούρεψε εμένα και το μπαμπά και φύγαμε. Δηλαδή δεν φύγαμε. Πήγαμε να φύγουμε και απέξω ήταν ο χωροφύλακας. Με το μουστάκι ήταν. Χοντρό μουστάκι και χοντρά φρύδια και χοντρές τρίχες στα αυτιά και με καθαρό σβέρκο. Καθόλου τρίχες στο σβέρκο. «Καλώς τον κυρ Αντώνη», είπε ο μπαμπάς.

Μανουλίτσα μου πόσο σιγανά το είπε. Πολύ σιγανά. «Καλώς τον κυρ Αντώνη». Δεν τον άκουσε ο κυρ Αντώνης. Γιατί το είπε πολύυυυυ σιγανά και έτρεμε η φωνή του. Σαν φυλλαράκι έτρεμε ο καημένος ο πατέρας. «Εσύ Κώστα δεν βάζεις μυαλό» είπε ο χωροφύλακας στον κυρ-Κώστα τον μπαρμπέρη. Άγρια το είπε και μου φάνηκε ότι έσταξε αίμα από το μουστάκι του. Από την άκρη έσταξε. «Εσύ Κώστα όσες κλήσεις και να φας, μυαλό δεν βάζεις», και τράβηξε από την κωλότσεπη ένα τετραδιάκι. Σαν όπλο το τράβηξε. Όπως οι καουμπόηδες στα καουμπόικα. Τσαντίλας μου φαινόταν. Πολύ θυμωμένος. Μου φαίνεται ότι είναι πολύ άσκημο να είναι ανοικτά το κουρείο νύχτα. Μπορεί να φοβάται το έγκλημα. Και έχει κάτι ξυράφια ο κυρ Κώστας, σα μαχαίρια είναι. Και όλο τα ακονίζει πάνω σε ένα λουρί. Φραπ. Φρουπ. «Δέκα η ώρα και ακόμα να κλείσεις. Από τις οχτώμισι και ακόμα να κλείσεις. Αλλά δεν βάζεις μυαλό»είπε ο χωροφύλακας.
Ο κυρ Κώστας τον άκουγε. Τον άκουγε; Σαν πεθαμένος ήταν. Όρθιος αλλά σαν πεθαμένος. Γιατί ήταν άσπρος. Όχι μόνο η μπλούζα του ήταν άσπρη, όλος ήταν άσπρος. Και δεν κοκκίνισε ούτε όταν πήρε το χαρτί από το τετραδιάκι τού χωροφύλακα. Ούτε όταν έφυγε ο χωροφύλακας έγινε πάλι καλά το πρόσωπό του. «Ο μπινές, μου έχει πιει το αίμα, ο μπινές»,είπε και μπήκε στο κουρείο. Αργά μπήκε. Πολύ αργά. Σα γέρος περπατούσε. «Πάμε, πάμε να φύγουμε», είπε πάλι σιγανά ο πατέρας και με έπιασε από το χέρι, αλλά δεν πρόλαβα. Δεν πρόλαβα να λύσω τα δάχτυλά μου. «Τι κάνεις εκεί βρε Πετράκη;» ρώτησε αλλά δεν ξαναρώτησε. Έτσι ρώτησε, αφηρημένα και δεν άκουγε τι του έλεγα. Που τίποτα δεν του είπα δηλαδή αλλά και να του έλεγα πάλι δεν θα άκουγε. Δεν θα του έλεγα δηλαδή ότι έκανα κωλοδάχτυλο. Στο σκοτάδι το έκανα. Είχα απλωμένο το χέρι εκεί που είχε φύγει ο χωροφύλακας και έκανα κωλοδάχτυλο. Κρυφά όμως. Να μη το δει κανείς.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 1964

(Απομαγνητοφώνηση 23 Φεβρουαρίου 2009)

3 σχόλια:

  1. ΠΟΛΥ ΓΛΥΚΕΙΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ. ΜΕ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ. ΘΑ ΠΡΟΤΙΜΟΥΣΑ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΩ ΣΕ ΕΝΤΥΠΗ ΜΟΡΦΗ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΤΟ ΑΠΟΛΑΥΣΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δηλαδή κάποιοι δημοσιογραφοι χάνουν τη δουλειά τους; (χαχαχα!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Λάθος το παραπάνω σχόλιο. Αλλού πήγαινε (φυσικά στο θέμα για τον Βαρδινογιάννη)

    ΑπάντησηΔιαγραφή